Καύσων

Η εικόνα της καλοβαλμένης μεσήλικος που έκοβε στα κλεφτά σύκα από την “κοινόχρηστη” συκιά του δρόμου, μου θύμισε αντίστοιχες εικόνες των παιδικών μου χρόνων. Τότε δηλαδή που οι συκιές, οι μουριές, κι οι κορομηλιές-τα δέντρα που αποκαθιστούσαν μια κάποια επαφή των παιδιών της Αθήνας με τη φύση-μας δελέαζαν με τους, αμφιλεγόμενης ιδιοκτησίας, καρπούς τους, που πρόβαλλαν από τις αυλές των γειτονικών σπιτιών. 

Έτσι όμως θυμήθηκα και το υπαίθριο παιχνίδι στην πυρωμένη, τέτοιες μέρες, άσφαλτο, που γινόταν επιτραπέζιο-σαν ερχόταν το μεσημέρι, κι ανταλλαγή κλασικών εικονογραφημένων και ομαδικό διάβασμα, στις φιλόξενες σκιές των εισόδων των σπιτιών. 

Ανυπόφορη όσο και τώρα ήταν η ζέστη στην άνυδρη Αθήνα και στο ξηρό λεκανοπέδιο της Αττικής. Δεν ήμαστε περισσότερο ανθεκτικοί στον καύσωνα, μόνο εξαιτίας της ηλικίας. Ήταν και πως τον καύσωνα τον προσλαμβάναμε ως αυτόπτες μάρτυρές του κι όχι επειδή τον είχε εξαγγείλει η ασθμαίνουσα φωνή ενός τηλεπαρουσιαστή.

(Αναρτήθηκε στο f/b στις 1/8/2021)