Άτιτλο

Την πόλη μου, παρότι ο ίδιος- όπως και οι γονείς μου- γεννήθηκα σε αυτήν, την γνωρίζω ελάχιστα. Καλά-καλά δεν καταφέρνω να απαριθμήσω τους περίφημους επτά λόφους της και να εντοπίσω, τόσο αυτούς, όσο και τα τοπόσημά της στον χάρτη. Τα πράγματα που μάθαινα γι' αυτήν και την ιστορία της καθώς μεγάλωνα ήταν ελάχιστα και σχεδόν όλα χρηστικά. Πού είναι ο Κατράντζος και ο Δραγώνας, πού το Σινεάκ και το Ζάππειο, πού το Ληξιαρχείο και το Δημαρχείο, από τα οποία ο κάθιδρος-για να προλάβει τις προθεσμίες- γονιός μου, κρατώντας με υπό μάλης- παρελάμβανε τα αναγκαία πιστοποιητικά για την εγγραφή μου στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. 

Ήταν η «Αθήνα», για την οποία οι κάτοικοι των συνοικιών όταν κατευθύνονταν σε αυτήν, έλεγαν:  πάμε κάτω στην Αθήνα, και αργότερα: πάμε στο κέντρο, σα νάταν άλλος τόπος, παρόλο που απείχε ελάχιστο, ακόμη και με τα πόδια, χρόνο από αυτές.

Αργότερα στα πρώτα εφηβικά χρόνια ο ορίζοντας άνοιξε, παρέμεινε όμως χρηστικός. Το υπόγειο δισκάδικο στην Πανεπιστημίου, τα υπαίθρια βιβλιοπωλεία στη Μασσαλίας- δίπλα στο Νεκροτομείο, η μαύρη αγορά των παρόδων της πλατείας Ομονοίας για την αγορά εισιτηρίων του Παναθηναϊκού,  οι δροσερές στοές στις οποίες στεγάζονταν καταστήματα που πουλούσαν ηλεκτρονικά και τζινς, οι κινηματογράφοι Ορφέας και Αττικόν κ.ά.

Φαίνεται πως η "πόλις" δεν είχε φροντίσει να μάθει στο παιδί την πόλη του και την ιστορία της, παρεκτός από τις κούφιες μεγαλοστομίες για το απώτατο παρελθόν της. Την αγαπούσε φυσικά, και απολάμβανε τον χαμογελαστό καιρό της και το άπλετο φως της, χωρίς να αντιλαμβάνεται το προνόμιο που του δόθηκε να έχει γεννηθεί, και να ζει σε αυτήν.

Αυτά τα ερωτήματα-που αφορούσαν στο τι σήμαινε να είναι κάτοικός της, ήρθαν αργότερα. Πρωτοένιωσε να την αγαπά όταν γοητευμένο από τη μουσική του ομορφότερου τραγουδιού που της αφιερώθηκε, προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ο ποιητής επιθυμούσε: Κάποια βραδιά να γίνει κοχύλι της στην αμμουδιά. Κι όταν γύρω στα δέκα χρόνια αργότερα διάβασε τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, την Αργώ, την ομώνυμη με την πόλη, γιαγιά του Ταχτσή και τα κείμενα του Αθηναιογράφου Κουμανταρέα αυτή η ξένη πόλη, στην οποία  ωστόσο ζούσε και είχε γεννηθεί, άρχισε να αποκτά μια υπόσταση, που είναι εν εξελίξει ακόμη.

Αδιόρατη και αμφίβολη η υπόσταση αυτή. Έφτανε όμως για να δυσαρεστεί τον ώριμο πλέον πολίτη, η διαπίστωση πως στις εισόδους των λαμπρών κτιρίων της πολιτείας, διάβαιναν πόδια που την ασέβεια των κατόχων τους τη μαρτυρούν οι καταγεγραμμένοι επαίσχυντοι διάλογοί τους. Όπως του φτάνει να δυσανασχετεί με τη φαιδρότητα, και τη φτήνια της ζαρντινιέρας και του ταρτάν, πού, στον πλέον άρτιο και εμβληματικό δρόμο της πόλης.

(Η ανάρτηση δημοσιεύθηκε στις 4/7/2020 στο f/b)