Είδα την Άννα κάποτε
Οι τρεις φίλοι είχαν κανονίσει από το διάλειμμα του φροντιστηρίου τους, να πάνε με το τέλος των μαθημάτων στο παρκάκι της Αθηναϊκής συνοικίας, με τα ασθενικά δένδρα και το άσπρο χαλίκι, για να απολαύσουν ένα από τα πρώτα τσιγάρα της ζωής τους, αλλά και για κάτι ακόμη.
Θα μπορούσαν να ακούσουν τις επιτυχίες της εποχής από το ζηλευτό κασετόφωνο Sony, που κατά παραγγελία της δασκάλας των Αγγλικών κουβαλούσε μαζί του ο ένας από αυτούς.
To απόγευμα κυλούσε όμορφα. Αφού άκουσαν το Bridge Over Troubled Water, των Saimon & Garfunkel, το Everybody's Talkin, του Harry Nilsson, σκάλωσαν στο τραγούδι του Σαββόπουλου: Είδα την Άννα κάποτε, που το έβαζαν να παίζει ξανά και ξανά, σα να ήθελαν να μη χαθεί ούτε μια λέξη από τους στίχους και τη μελωδία του.
Είχαν λόγο. Ήταν κι οι τρεις τους ανομολόγητα ερωτευμένοι με την Άννα-και ποιος από την τάξη δεν ήταν;- το απρόσιτο και μυστηριώδες κορίτσι, που το τραγούδι του Σαββόπουλου, τους επέτρεπε να το φέρνουν κοντά τους και να το οικειώνονται.
Τότε ξαφνικά στην είσοδο του αλσυλλίου έκανε την εμφάνισή του ένας αστυφύλακας.
«Τι θέλετε εσείς εδώ; Πώς σας λένε; Εμπρός δρόμο για τα σπίτια σας, αν δε θέλετε να σας πάω στο Τμήμα!», τους είπε με βλοσυρή φωνή.
Τα δόλια μάζεψαν, όπως-όπως, τις τσάντες και το κασετόφωνο, αφήνοντας στη μέση τη ρέμβη από το μισοτελειωμένο τσιγάρο και το μισοτελειωμένο τραγούδι.
Όπως ομολόγησαν γελώντας, πολλά χρόνια αργότερα, η αδικαιολόγητη ενοχή που αισθάνθηκαν, ήταν η πρώτη φορά που τους έκανε να νιώσουν, πώς ήταν να ζεις σε καθεστώς δικτατορίας.
(Δημοσιεύθηκε στο f/b στις 18/11/2019)
