Οφειλή, σε παλαιό δάσκαλο
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες απ' όλα τα σημαντικά γεγονότα που τις σημάδεψαν θυμάμαι ένα γεγονός που είχε στο επίκεντρό του έναν δάσκαλο. Ήταν η πρώτη ή δεύτερη ημέρα της Τουρκικής εισβολής στη μαρτυρική μεγαλόνησο, κι ο Μηνάς Μακρόπουλος ένας θυμόσοφος καλός δάσκαλος Φυσικής μπήκε λίγο καθυστερημένα στην αίθουσα του μεγάλου αθηναϊκού φροντιστηρίου στην οδό Μπενάκη, χωρίς να κρατά το συνηθισμένο ποτήρι του νερού που είχε τσάι και το απαραίτητο συνοδευτικό του, ένα σάντουιτς, το οποίο σποραδικά βύθιζε στο ζεστό του.
Τον Μακρόπουλο το εφηβικό μυαλό, τον συγκράτησε ως έναν δάσκαλο που δίδασκε, έλυνε απορίες, εξέταζε αλλά με έναν κάπως ιδιόρρυθμο τρόπο. Ήταν σαν να διαλέγεται κυρίως με τον εαυτό του και με το αντικείμενο της διδασκαλίας του, και λιγότερο με τους μαθητές του. Παραδόξως όμως η συνομιλία αυτή, έφτανε στ' αυτιά των μαθητών του που επωφελούνταν με έναν τρόπο που λίγοι δάσκαλοι κατορθώνουμε.
Αυτή λοιπόν την ημέρα ο μακαρίτης Μακρόπουλος, μπήκε στην αίθουσα λίγο περισσότερο σκυμμένος απ΄ότι τις προηγούμενες. Κάτι τον απασχολούσε κι αυτό φάνηκε όταν στάθηκε μπροστά στον πίνακα για μερικά δευτερόλεπτα αμίλητος. Όταν αποφάσισε να μιλήσει το δεξί χέρι του διέγραφε κύκλους στο στήθος του, όπως κάποιος άνθρωπος που αισθανόταν ενόχληση στην καρδιά του. Και τότε με υγρά μάτια και με αργή φωνή περιορίστηκε να πει: «Παιδιά στην πατρίδα μας συνέβη ένα μεγάλο κακό».
Γνωρίζαμε φυσικά την εισβολή στην Κύπρο. Το τι όμως μπορούσε να σήμαινε, πώς θα επηρέαζε η ίδια και τα γεγονότα που ξετυλίχτηκαν τη μελλοντική ιστορία της πατρίδας μας, κακά τα ψέματα είναι πράγματα που δύσκολα μπορούσε να συνειδητοποιήσει ένας έφηβος-κι ας έχει δικαίωμα ψήφου σήμερα-εκτός αν νομίζει πως τα αντιλαμβάνεται, επειδή τάχα μπορεί να τα ερμηνεύει υπό το πρίσμα μιας ιδεολογικής πειθαρχίας-οποιασδήποτε-που φουσκώνει τα μυαλά του.
Αυτά όμως τα λιγοστά λόγια στα οποία δεν υπήρχε ίχνος φανφάρας μαζί με τη στάση του σώματος του μεγάλου στην ηλικία δασκάλου, μας γέννησαν μια κάπως βαθύτερη υποψία για τη σημασία των ιστορικών γεγονότων που ζούσαμε. Το μάθημα συνεχίστηκε κανονικά όπως τις προηγούμενες ημέρες, ήταν σαφές όμως ότι το κλίμα στην τάξη είχε βαρύνει.
Ο Μακρόπουλος μού έκανε μάθημα μόνο για τον τελευταίο χρόνο πριν τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Νοιώθω όμως την ανάγκη να τον μνημονεύω τέτοιες μέρες και για το περιστατικό αυτό, αλλά και για τα περίφημα βιβλία του, που δυστυχώς έχασα σε κάποια από τις μετακινήσεις μου. Θυμάμαι, δάσκαλος στα πρώτα χρόνια της θητείας μου, να εντρυφώ στις σελίδες τους, μπας και ανακαλύψω το μυστικό, πώς είναι δυνατόν τόσο λίγες λέξεις, για ένα φαινόμενο ή για ένα νόμο-όπως αυτές που χρησιμοποιούσε ο Μακρόπουλος- να λένε τόσο πολλά στο νεαρό αναγνώστη τους και να του ανοίγουν διάπλατα μια πόρτα που τον οδηγούσε να ανακαλύψει ολοένα περισσότερα.
(Δημοσιεύθηκε στο f/b στις 23/7/2020)
