«Γευσόσημα;»

Επισκέφθηκα χτες, μετά από αρκετά χρόνια, ένα ουζερί, από τα λίγα αυθεντικά που έχουν απομείνει, μετά από την επέλαση του τσίπουρου και την κυριαρχία του κρέατος - αντί των θαλασσινών στα σχετικά καταστήματα. 

Παλιό μαγαζί, που φημιζόταν για τη φρε
σκάδα των θαλασσινών, και το όλο πιο δυσεύρετο μαστορικό τηγάνι του. 

Ο ιδιοκτήτης και ιδρυτής του, δεν ήταν ο ίδιος. Έμαθα ότι είχε πεθάνει κι ότι στην νέα ιδιοκτησία του μαγαζιού, μετείχε ένας ανηψιός του. 

Το αναμενόμενο, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, θα ήταν το μαγαζί να έχει ανανεωθεί αισθητικά, να έχει προσθέσει μερικά σύγχρονα πιάτα, αλλά η ποιότητα του παρελθόντος του, να έχει ... πετάξει.

Όμως δεν ήταν έτσι. Υπήρχαν νέα πιάτα, υπήρχαν όμως και τα παλιά που συνέχιζαν την παράδοση της καλής πρώτης ύλης και της νοστιμιάς της επεξεργασίας της. 

Μα γιατί να με ενδιαφέρει αυτό που γράφεις, θα σκεφτεί ο φίλος που με διαβάζει; 

Νομίζω λοιπόν ότι αυτό που πήρα φεύγοντας ικανοποιημένος από το μαγαζί, δεν ήταν μόνο η ανανέωση ενός (προσιτού) γαστρονομικού προορισμού, τον οποίο είχα ξεχάσει. Ήταν το ευχάριστο συναίσθημα ότι σε μια πόλη της οποίας οι δρόμοι αλλάζουν τάχιστα - με καφέ, σουβλατζίδικα, και απρόσωπα καταστήματα franchising που τη μια στιγμή ανοίγουν κι ύστερα κλείνουν - επιβιώνουν, έστω και λίγες, επιχειρήσεις που εξακολουθούν να διατηρούν τη διακριτή - και διακεκριμένη μερικές φορές - ποιότητά τους.

Θα τις ονομάσω - κατά το «τοπόσημα» - γευσόσημα και θα τις υμνήσω ως τις λίγες εξαιρέσεις διατήρησης μιας μαγειρικής παράδοσης που τη συναντάς, ολοένα σπανιότερα.

(Η επίσκεψη στο σπουδαίο ουζερί, έγινε την 13η Οκτωβρίου 2024)