Η Λέσχη

Μερικές φορές συμβαίνει να σου κινήσει την προσοχή κάτι που είδες ή άκουσες, και λίγο αργότερα να διαβάσεις κάτι σχετικό σε ένα βιβλίο ή σε ένα άρθρο. 
Τότε το βίωμα της μιας ημέρας και το διάβασμα της άλλης συνομιλούν μεταξύ τους. Και καθώς το ένα επανεξετάζει τις εντυπώσεις του άλλου, προκύπτει μια πληρέστερη κατανόηση του κοινού αντικειμένου τους. Αυτό μου συνέβη τις προάλλες. 

Ας ξεκινήσω λοιπόν από το βίωμα. Την προηγούμενη εβδομάδα, πηγαίνοντας σε μια δουλειά μου στο κέντρο, επέλεξα να περάσω από έναν από τους μικρούς δρόμους του Παγκρατίου. Είχα λόγους να θυμάμαι αυτόν τον δρόμο. Σε αυτόν είχε μεταστεγαστεί το 52ο Σύστημα Προσκόπων, όταν η Λέσχη μας, το δίπατο νεοκλασικό στην Πλατεία Προσκόπων – κατεδαφίστηκε για να χτιστεί το σύγχρονο μέγαρο του Σώματος Προσκόπων.

Δεν περίμενα, φυσικά να βρω, μια πεντηκονταετία μετά, το μικρό σπίτι, με το εσωτερικό κηπάριο, που στέγασε προσκοπικά παιχνίδια, και χαρούμενες φωνές. Στη θέση του υψωνόταν μια πολυκατοικία, η οποία όμως, έχοντας αντικαταστήσει ένα σπίτι ριζωμένο στην παιδική μου μνήμη, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η πόλη αλλάζει. Αλλά με τον βραδύ και ανεπαίσθητο τρόπο με τον οποίο αλλάζει το πρόσωπό μας στον καθρέπτη καθώς οι ημέρες διαδέχονται, η μια την άλλη. 

Κι ας πάμε τώρα στο ανάγνωσμα. Δυο ημέρες μετά, διάβασα ένα άρθρο του κ. Νίκου Βατόπουλου στην Καθημερινή με τίτλο: Ένα απλό σπίτι της οδού Δευκαλίωνος. Το άρθρο αναφερόταν στα μικρά, άσημα, αλλά έντιμα και σεμνά, σπίτια που σιγά σιγά κατεδαφίζονται, ώστε να χάνεται από την πόλη η γαλήνια σκηνογραφία των μικροαστικών και μεσοαστικών συνοικιών της οποίας αποτελούσαν μέρος. 

Το άρθρο αυτό - μέρος της επιμελούς προσπάθειάς του συγγραφέα, να καταγράψει τις αλλαγές που γίνονται στην πόλη και να κατανοήσει την αλληλεπίδρασή τους με τις μνήμες και την καθημερινότητα των κατοίκων της δεν είναι νοσταλγικό. Δεν θρηνεί για την απώλεια του τρόπου ζωής, της κοινωνικής σύνθεσης, των δραστηριοτήτων και των νοοτροπιών που δημιούργησαν τα αυτοτελή και αυθύπαρκτα – όπως τα χαρακτηρίζει – σπίτια των δεκαετιών του 50 και πίσω. Νοιάζεται περισσότερο για την απώλεια μιας μνήμης, η οποία ακόμη κι αν είναι ανεδαφικό να διατηρηθεί αυτούσια ή να ανασυσταθεί αυθεντικά, τα εναπομείναντα ίχνη της, εξακολουθούν να εκπέμπουν την ήρεμη και μετρημένη εικόνα της αθηναϊκής γειτονιάς. 

Σκέφτομαι λοιπόν, πως αν κάποιος φωτογράφος συγκέντρωνε φωτογραφίες περασμένων δεκαετιών της πόλης, προκειμένου να συνθέσει ένα time lapse φιλμ, τότε το φιλμ που θα προέκυπτε, θα παρουσίαζε τους γερανούς και τους εκσκαφείς που επιχειρούν, στα μεγάλα οικόπεδα των κεντρικών δρόμων. Θα παρουσίαζε όμως και την ασυγκρίτως εργωδέστερη οικοδομική δραστηριότητα που απλώνεται γύρω τους. Αυτήν με την οποία εξαλείφονται τα μικρά μονώροφα και διώροφα σπίτια για να χτιστούν πολυκατοικίες που άλλαζαν ριζικά την εικόνα των συνοικιών της πρωτεύουσας. Αν μάλιστα το φιλμ, εστίαζε στην τύχη των λιγοστών κτιρίων που κατάφεραν να διασωθούν από την κατεδάφιση, τότε ο θεατής θα διαπίστωνε πως είχαν παραδοθεί ανυπεράσπιστα στις κακοτεχνίες μιας νέας - επαγγελματικής συνήθως - χρήσης. Μιας χρήσης, που αφού τα είχε παραμορφώσει, τα είχε εγκαταλείψει – επειδή η επιχείρηση αστόχησε – με τις ασχήμιες χαραγμένες στο πρόσωπό τους. 

Ας ξεκαθαρίσω, πως δεν έχω τίποτε με τις πολυκατοικίες. Παιδί της μονοκατοικίας, επωφελήθηκα κι εγώ από την ευχάριστη, για επιδαπέδια παιχνίδια, σκιά των εισόδων τους τις ώρες του καλοκαιριάτικου μεσημεριού. Και τώρα, αφού είχα κι εγώ δαιμονοποιήσει την αντιπαροχή, αναγνωρίζω πως δεν προσέφερε μόνον οικονομική και αξιοπρεπή στέγαση σε ένα μεγάλο μέρος Ελλήνων. Εισήγαγε την πολυκατοικία, ως τον πυρήνα ενός δραστήριου οικοσυστήματος, που με τα μικρά μπακάλικα, τις «ΕΒΓΕΣ», και τις άλλες μικροεπιχειρήσεις των ισογείων παρείχε μια πολυτέλεια στους κατοίκους της, απρόσιτης νομίζω ακόμη και στις ακριβότερες γειτονιές των προαστίων: Να ζουν δηλαδή μέσα σε μια μικρή αλλά σφύζουσα αγορά υπηρεσιών, και αγαθών, μεταξύ των οποίων και η πολύτιμη ανθρώπινη συναναστροφή. 

Όμως και το οικοσύστημα αυτό, έχει αρχίσει να μεταβάλλεται. Τη στερεοτυπία της παλαιάς μικροαστικής πολυκατοικίας με τα στενά μπαλκόνια, τις μικρές εισόδους και τις άχαρες πλάτες των ακαλύπτων, διαδέχεται μια νέα: Θηριώδης κλίμακα σε στενούς δρόμους. Αυθάδικες προσόψεις, ενοχλητικά στο δυνατό αττικό φως γυάλινα στηθαία, συνυπολογιζομένης της αλυσίδας των απρόσωπων καταστημάτων fransising που οι στερεότυποι κρίκοι τους διαδέχονται, ο ένας τον άλλον στις αθηναϊκές γειτονιές.

Σε αυτήν λοιπόν την πόλη που κάποτε θα αντιμετωπίσει την αναπόφευκτη εξάντληση του χρόνου ζωής των παλαιών πολυκατοικιών, οι παλαιές μονοκατοικίες δεν αποτελούν μόνον μια αφορμή νοσταλγίας, αλλά και μια πηγή έμπνευσης.