Ομόνοια Πλας

Ο διαδικτυακός φίλος αναρτά στο ιστολόγιό του μια πεντάλεπτη ταινία επικαίρων που γύρισε στην Αθήνα, ένα διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο. Οι εικόνες της παρουσιάζουν τα γνωστά τοπόσημα της πρωτεύουσας: 


Την πολύβουη Πλατεία Ομονοίας που υποδέχεται τον επισκέπτη της με το σιντριβάνι της και την υπερυψωμένη φωτεινή επιγραφή του αφρίζοντος μεταλλικού νερού. Την Πλατεία Συντάγματος, με τους ευθυγραμμισμένους στοίχους των τραπεζοκαθισμάτων στην κάτω πλευρά της. Και βεβαίως τους μεγάλους δρόμους της, τους κατάμεστους από ένα πολύχρωμο πλήθος που αδημονεί σε σταυροδρόμια για το νεύμα του τροχονόμου, βαδίζει βιαστικά στα πεζοδρόμια ή συνωστίζεται στη σκιά των στάσεων των λεωφορείων και των τρόλεϊ. 

Κάποια στιγμή το κινηματογραφικό συνεργείο σταματά για να απαθανατίσει ένα γαϊδουράκι που εν μέσω των λιγοστών αυτοκινήτων ανεβαίνει τη Βασιλίσσης Όλγας κουβαλώντας υπομονετικά την πραμάτια του νεαρού μανάβη ο οποίος το συνοδεύει. 

Βλέποντας το φιλμ ήταν φυσικό να αισθανθώ νοσταλγία. Νοσταλγία για τη χαμογελαστή πρωτεύουσα, που όπως όλη η χώρα έχοντας βγει μια δεκαετία μόλις από τον πόλεμο αντιμετώπιζε με αισιοδοξία το μέλλον της. Νοσταλγία καθώς το φιλμ δεν με ξαναγύρισε μόνο σε μια πόλη που έχει αλλάξει πια. Με ξαναγύρισε και στην παιδική ηλικία μου, την πραγματική πατρίδα όλων όπως είχε πει ο Ρολάν Μπαρτ. Και μάλιστα στην πρωτεύουσά της το γλυκό, φωτεινό και απλόχερο Ελληνικό καλοκαίρι.

Ξαφνικά, όμως, μια σκέψη μου χάλασε την ειδυλλιακή εικόνα. Φαντάστηκα λοιπόν έναν ταξιδιώτη από το μέλλον να προσγειώνεται με τη χρονοκάψουλα του δίπλα στο μανάβη. Αν ο περαστικός επισκέπτης πληροφορούσε τον μανάβη ότι σε λίγες δεκαετίες θα απολάμβανε σχεδόν όλα τα αγαθά που απολαμβάνουν οι θαμώνες του μπαρ της Μεγάλης Βρετανίας και του Ορφανίδη, και ίσως πολύ περισσότερα που δεν ήταν τότε διαθέσιμα, τότε ίσως και ο μανάβης να αισθανόταν νοσταλγία. Όχι όμως για το παρελθόν αλλά για το μέλλον που δεν είχε ακόμα έρθει. 

Το μέλλον που θα επιφύλασσε στις περισσότερες ελληνικές οικογένειες ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, καλοκαιρινές διακοπές, προσιτά ταξίδια στο εξωτερικό μαζί με ένα πλήθος ανέσεων και πρωτόγνωρων δυνατοτήτων για ενημέρωση, μόρφωση και επικοινωνία. 

Νομίζω λοιπόν ότι η νοσταλγία συχνά μάς ωθεί να εξωραΐζουμε το παρελθόν και να γκρινιάζουμε για το παρόν. Αυτό το παρόν που θα έκανε τον μανάβη της ιστορίας να εκπλήσσεται από το πόσο πολλά κατάφερε η ρημαγμένη χώρα μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες και όχι μόνο στον τομέα των ανέσεων και των ευκολιών. Αυξημένο προσδόκιμο ζωής, χαμηλή παιδική θνησιμότητα και κυρίως ότι απολαμβάνει τη μακρότερη περίοδο αδιατάρακτου δημοκρατικού βίου στην ιστορία της, και επίσης γεωπολιτική σταθερότητα σε μια ταραγμένη γειτονιά του κόσμου, προΐόντα και οι δύο σοφών πολιτικών επιλογών, με πρώτη και καλύτερη την ένταξη της Ελλάδας στη μεγαλύτερη και πλουσιότερη ένωση δημοκρατικών χωρών του πλανήτη.

Αναμενόμενα πράγματα θα πείτε. Χωρίς νοσταλγία θα ξεχνούσαμε από πού έχουμε έρθει. Και χωρίς το χούι μας να συνηθίσουμε γρήγορα ό,τι έχει επιτευχθεί και να το θεωρούμε δεδομένο, δεν θα υπήρχε κίνητρο για βελτίωση και συνεπώς πρόοδος. Όμως συμβαίνει να ζούμε σε δύσκολους καιρούς. Σε καιρούς στους οποίους τα επιτεύγματα των δυτικών κοινωνιών - αυτά που ωθούν τους δύστυχους ανθρώπους να φτάνουν στις ευρωπαϊκές ακτές - τελούν εν κινδύνω, διότι η οικονομική και κοινωνική ευημερία, η ειρήνη, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το κράτος δικαίου, ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας δεν είναι ανεξάρτητα απ΄ ό,τι διακυβεύεται στον βορρά και στο νότο της ευρωπαϊκής ηπείρου, αλλά και στο ίδιο το εσωτερικό της.

Αν οι εχθροί της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των δυτικών αξιών «πάρουν κεφάλι» τότε όλα αυτά που κερδήθηκαν με κόπο, αίμα και ιδρώτα θα χαθούν. 

Συνεπώς; Συνεπώς ας γκρινιάζουμε, όσο μας κάνει κέφι και ας μη σταματάμε στιγμή να αξιώνουμε περισσότερα από όσα ήδη έχουμε πετύχει. Φτάνει να έχουμε επίγνωση πως το μέλλον θα είναι το ίδιο ή και καλύτερο από το παρόν, μόνον αν προστατεύσουμε τις αξίες που θα του εξασφαλίσουν.

(Το κείμενο αποτελεί το καθιερωμένο σχόλιο της Πέμπτης, που κάνω στην εκπομπή του Χρήστου Μιχαηλίδη, στο 1ο Πρόγραμμα της ΕΡΤ. Μεταδόθηκε στις 27/6/2024).