Μικρό γαλάζιο κρίνο

Την πόλη μου, την πόλη στην οποία γεννήθηκα και από την οποία κατάγομαι, τη γνώρισα βαθμιαία και συνεχίζω να την ανακαλύπτω ακόμη. Και θα ομολογήσω, ότι δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που κατάφερα να απαριθμώ τους φημισμένους επτά λόφους της και να εντοπίζω στον χάρτη, τα σημαντικά τοπόσημά της. 

Τα πράγματα που μάθαινα γι’ αυτήν ήταν λίγα και σχεδόν όλα χρηστικά. Σαν παιδί, πού ήταν το Σινεάκ, ο Μούγερ και η Πανελλήνιος Αγορά. Αργότερα,πού ο Κατράντζος, πού ο Δραγώνας, και ο Πάλλης, και στα πρώτα εφηβικά χρόνια όταν ο ορίζοντας άνοιξε, προστέθηκαν νέοι προορισμοί: Το υπόγειο δισκάδικο στην Πανεπιστημίου, τα υπαίθρια βιβλιοπωλεία στη Μασσαλίας, η μαύρη αγορά εισιτηρίων του Παναθηναϊκού στην Ομόνοια, το Ράδιο Σίτυστην Πατησίων, όλα τους συναρπαστικά και μακρινά, αν και σε απόσταση ελάχιστων χιλιομέτρων, από το σπίτι μου, ώστε να δικαιολογούν την τελετουργία που έκρυβε η φράση: Πάω κάτω στην Αθήνα…



Από όλα αυτά, που συγκράτησε η μνήμη, περίοπτη θέση κατέχουν οι στοές τηςΑθήνας. Όχι μόνον οι μεγαλοπρεπείς, «αστικές» στοές της Πανεπιστημίου και της Σταδίου - δίπλα στις εισόδους των κοσμηματοπωλείων και των μεγάλων ξενοδοχείων. Αλλά και οι μικρές, των παρόδων της Κολοκοτρώνη και της Πραξιτέλους και άλλων δρόμων με τα μικρά καφενεία, στα οποία κατέφευγαν οι Αθηναίοι για να συζητήσουν, να κλείσουν μια δουλειά ή απλώς για να ξαποστάσουν. 

Ειδικά το καλοκαίρι, οι στοές αυτές έμοιαζαν με τα μικρά σκιερά καταφύγια στις ρωγμές του εδάφους ή κάτω από τις πέτρες, που αναζητούν οι οργανισμοί των ξηρών περιβαλλόντων για να αποφύγουν την απώλεια νερού, μέχρι η θερμοκρασία να γίνει πιο ανεκτή.

Πολλά από αυτά, που έχουν γίνει η σκόνη στο πέρασμα του χρόνου, τα υποκινεί φυσικά, η πάντοτε ενεδρεύουσα νοσταλγία. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι δεν πέφτω στην παγίδα της. Δεν αισθάνομαι εξόριστος, από κάποιονπαράδεισο του παρελθόντος, σε ένα αβάσταχτο παρόν, ούτε καταδικασμένος σε ένα δυστοπικό μέλλον. Όλως αντιθέτως. Γνωρίζω πως οι πόλεις και οι χρήσεις τους αλλάζουν και είμαι σίγουρος ότι ακόμη κι αν έχουν χαθούν για πάντα πολλά από τα σκηνικά της μνήμας μας, θα υπάρχει πάντα ένα αγόρι που περιμένει το κορίτσι του στα «Ανθοπωλεία» ή στην Ακαδημίας. Για να το πάρει από το χέρι και να χαθούν μαγεμένοι στους δρόμους της πόλης τους… 

Άλλωστε αυτά που βλέπω με κάνουν να ελπίζω. Η πόλη μετά από τα χρόνια του οικονομικού μαρασμού και των αναταραχών που στοίχισαν, ως καιανθρώπινες ζωές, ξαναπαίρνει τα πάνω της. Οι ερηπιώνες των στοών της Πανεπιστημίου και των καταστημάτων της αρχής της Σταδίου αποκτούν ξανά μια δεύτερη, τρίτη ή ποιος ξέρει ποια ζωή, αποκτώντας νέες χρήσεις, όπως για παράδειγμα η στοά Ορφέως που αναδιαμορφώνεται σε μια μεγάλη αγορά προϊόντων της Ελληνικής γαστρονομίας. 

Ταυτόχρονα, μοδάτα μπαρ και καφέ ξεφυτρώνουν ολοένα, σε καταστήματα ειδών ραπτικής και κιγκαλερίας που ήταν από χρόνια κλειστά, ενώ εγκαταλελειμένα μέγαρα ανακαινίζονται για να στεγάσουν πολυτελείς ξενοδοχειακές μονάδες.

Αντιλαμβάνομαι - και σαν να ακούω ήδη τις διαμαρτυρίες μερικών ακροατών- πως όλος αυτός ο οργασμός, που ξαναδίνει ζωή σε απαξιωμένες και επικίνδυνες γειτονιές, δεν έχει την πολυπραγμοσύνη και τον πλουραλισμό του παρελθόντος: Οι περισσότερες δράσεις αφορούν στη διασκέδαση και στον τουρισμό ενώ οι υπηρεσίες που παρέχονται ενδιαφέρουν πρωτίστως ένα νεανικό ή φευγαλέο κοινό. 

Είναι όντως, πικρή η επίγνωση ότι οι εμβληματικοί κινηματογράφοι, τα εξειδικευμένα μικρομάγαζα και τα ουζερί των στοών, δεν πρόκειται να ξαναλειτουργήσουν - θύματα ενός νέου μοντέλου καταναλωτικών συνηθειώνπου δεν τα περιλαμβάνει. Πρέπει ωστόσο να την αποδεχτούμε. Άλλωστε ποια μπορεί να είναι η εναλλακτική; Η εμμένουσα πληγή του κουφαριού τού,άλλοτε, λαμπρού κτιρίου των κινηματογράφων Αττικόν και Απόλλων που μας ξυπνά αποκαρδιωτικές και οδυνηρές μνήμες;

(Το κείμενο αποτελεί το καθιερωμένο σχόλιο της Πέμπτης, που κάνω στην εκπομπή του Χρήστου Μιχαηλίδη, στο 1ο Πρόγραμμα της ΕΡΤ. Μεταδόθηκε στις 4/1/2024).