Από τον Πύργο του Άιφελ, στο Μουσείο της Ακρόπολης και στο Μετρό της Θεσ/νικης
Ο νικητής του διαγωνισμού, ο μηχανικός Γκυστάβ Άιφελ ξεκίνησε την κατασκευή του ομώνυμου πύργου του, το 1887 εν μέσω μιας δημόσιας κατακραυγής που έβρισκε το έργο τερατούργημα: Μια αναιδή κατασκευή που θα δέσποζε στον ορίζοντα του Παρισιού, και θα κατέστρεφε με τον βαρύ σιδερένιο σκελετό της, την κομψότητα μιας πόλης, που ήδη κοσμείτο από τα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα του παρελθόντος, όπως η Νοτρ Νταμ και το Λούβρο.
Και στην κατακραυγή αυτή πρωτοστατούσε ο Γκυ ντε Μωπασάν, ο Αλέξανδρος Δουμάς (υιός), ο Πωλ Βερλαίν, δηλαδή η αφρόκρεμα του καλλιτεχνικού και λογοτεχνικού κόσμου της εποχής, που αξίωνε με την εκστρατεία που είχε αναλάβει τη ματαίωση της κατασκευής του Πύργου.
O Βερλαίν τον είχε χλευάσει ως άχαρο σκελετό ενός καμπαναριού κι ο θερμότερος όλων των κατηγόρων του, ο Γκυ ντε Μωπασάν, όταν είχε ερωτηθεί – μετά την αποπεράτωση του έργου – γιατί συχνάζει στο εστιατόριο του 1ου ορόφου του, είχε απαντήσει: Διότι είναι το μοναδικό σημείο στο Παρίσι, από το οποίο δεν τον βλέπω…
Φυσικά στα χρόνια που ακολούθησαν οι επικριτές του Άιφελ διαψεύστηκαν παταγωδώς. Ο Πύργος όχι μόνον δεν στέρησε κομψότητα από την πόλη, αλλά έγινε το σήμα κατατεθέν της· η καρδιά και η ψυχή της, που ενάμιση σχεδόν αιώνα, προσελκύει εκατομμύρια επισκεπτών κάθε χρόνο για να τον θαυμάσουν.
Αν αναρωτιέστε, πώς τα θυμήθηκα όλα αυτά, η απάντηση είναι μερικά τοπόσημα Ελληνικών πόλεων, που δεν γνώρισαν λιγότερες αντιστάσεις κατά την κατασκευή τους, σε σχέση με τον Πύργο του Άιφελ: Πάρκο Νιάρχου, Μουσείο της Ακρόπολης, και τελευταία το μετρό της Θεσσαλονίκης, είναι μερικά από τα έργα που πέρασαν σαράντα κύματα μέχρι να ολοκληρωθούν, ενώ υπάρχουν και δεκάδες άλλα που έχουν μείνει στα χαρτιά.
Για το Πάρκο Νιάρχου, περιβαλλοντικές οργανώσεις είχαν διατυπώσεις ενστάσεις για την επιλογή της περιοχής, καθώς όπως υποστήριζαν θα αλλοίωνε το φυσικό περιβάλλον και την αισθητική του Φαληρικού Δέλτα, ενώ και η ίδια η ανάληψη των εξόδων κατασκευής του από έναν ιδιωτικό φορέα, ήρθε αντιμέτωπη με την καχυποψία, ότι στο μέλλον μπορεί να εγείρονταν αξιώσεις ιδιοκτησίας.
Το Μουσείο της Ακρόπολης, λίγο πριν τη θεμελίωσή του, προσέκρουσε στις αντιδράσεις που ζητούσαν την κήρυξη του οικοπέδου Μακρυγιάννη, ως αρχαιολογικού χώρου, λόγω των ευρημάτων που είχε φέρει στο φως η εκσκαφή. Ενστάσεις όμως είχαν διατυπωθεί για το μέγεθός του – θα επεσκίαζε ακόμη και τον ίδιο τον Παρθενώνα, έλεγαν – αλλά και για τη μοντέρνα αισθητική του, που ήταν αταίριαστη και προκλητική ως προς τα νεοκλασικά κτίσματα που το περιστοίχιζουν.
Για το μετρό της Θεσσαλονίκης, δεν χρειάζονται πολλά. Για το χαίρονται σήμερα οι Θεσσαλονικείς, και να το υποδέχονται ως ένα δυναμικό τοπόσημο της πόλης τους, έπρεπε να ξεπεραστούν 90 προσφυγές στο Σ.Τ.Ε. που αφορούσαν κυρίως στην απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων της οδού Βενιζέλου.
Φυσικά καμιά από τις αιτιάσεις δεν έχει επαληθευτεί. Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Νιάρχου είναι το μοναδικό κτίριο στην Ελλάδα που έχει λάβει πλατινένια πιστοποίηση για τις περιβαλλοντικά καινοτόμες πρακτικές του, στεγάζει την Εθνική Βιβλιοθήκη και την Εθνική Λυρική Σκηνή, ενώ το φιλόξενο πάρκο του αποτελεί τον μεγαλύτερο δημόσιο μεσογειακό κήπο στον κόσμο.
Το Μουσείο της Ακρόπολης, έχει αναδειχτεί σε έναν από τους σημαντικούς πολιτιστικούς προορισμούς της Αθήνας, αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό επιχείρημα για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα και βεβαίως – όπως συμβαίνει και με τις αρχαιότητες της Βενιζέλου – επιτρέπει στον επισκέπτη του να τις θαυμάζει μέσα από το γυάλινο δάπεδο της εισόδου του.
Στα τέλη του 1800 ο Φινλανδός συνθέτης Sibellius έλεγε: Μη δίνετε ποτέ σημασία στους ανθρώπους που ασκούν κριτική. Κανένα άγαλμα δεν στήθηκε, ποτέ για κάποιον κριτικό.
Μήπως είναι καιρός κι εμείς να πούμε, ότι νισάφι πια με την ιδεοληψία που καπηλεύεται θεμιτές περιβαλλοντικές και αρχαιολογικές ευαισθησίες για να τορπιλίσει χρήσιμα για τη χώρα και τους πολίτες έργα;
H ανάρτηση αποτελεί σχόλιο που μεταδόθηκε στις 12/12/24 στην εκπομπή «Καθρέφτης», του Χρήστου Μιχαηλίδη στο 1ο Πρόγραμμα της ΕΡΤ.
