Για την απόλαυση της ανάγνωσης


Η παρέα, ύψωσε τα ποτήρια κι ευχήθηκε στον φίλο που πλήρωνε τον λογαριασμό, υγεία, ευτυχία και πρωτίστως, να είναι πάντα άξιος να τους τραπεζώνει, και σ’ άλλες ευκαιρίες, πέραν της εορτής του. 

Κι ο φίλος, που έπιασε το υπονοούμενο, απάντησε, χαμογελώντας, πως αν ήθελαν να του ευχηθούν κάτι, που θα χαιρόταν την πραγμάτωσή του, θα ήταν να βυθίζεται - όπως όταν ήταν νεότερος - στις σελίδες ενός λογοτεχνικού βιβλίου.

Περί της ανάγνωσης λοιπόν, το σημερινό σχόλιο το οποίο δεν υποκινήθηκε μόνο από το περιστατικό που περιέγραψα, αλλά και από την απόφαση του Υπουργού Παιδείας να διδάσκονται εφεξής, ακέραια λογοτεχνικά έργα, αντί αποσπασμάτων, όπως συνέβαινε ως τώρα.

Θα μιλήσουμε για την απόφαση αυτή. Όμως πιο πριν ας θυμηθούμε κάτι που είχε πει ο Σαββόπουλος, όταν είχε ερωτηθεί, γιατί μας αρέσει να διαβάζουμε και να γράφουμε ιστορίες; Κι ο Διονύσης είχε απαντήσει, λακωνικά: Διότι ο κόσμος είναι ένα χάος και οι ιστορίες, τον βάζουν σε τάξη... Αντίστοιχα, ένας βρετανός συγγραφέας, είχε γράψει πως διαβάζουμε, διότι έτσι  αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε μόνοι…

Σοφές και οι δυο απαντήσεις. Η πρώτη, διότι μας δείχνει ότι η αφήγηση και η συγγραφή δίνουν νόημα στον κόσμο που μας περιβάλλει ώστε να να μας βοηθούν να τον προσλάβουμε και να τον κατανοήσουμε. Και η δεύτερη, διότι όταν διαβάζουμε μια ιστορία – είτε συμπάσχουμε με τα βάσανα των ηρώων, είτε αγωνιούμε για την έκβασή της – αυτό που πάντα μένει, είναι η επίγνωση πως τα ίδια βάσανα, τις ίδιες αγωνίες μοιραζόμαστε κι εμείς. Κι αμέσως μετά, η παρηγοριά – ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές μας – ότι τελικά, δεν είμαστε μόνοι…

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως στον φίλο. Τι τάχα να έπαθε; Τι τάχα να’ χουμε πάθει κι εμείς ώστε να έχουμε εξοριστεί από τον μαγικό κόσμο της νεανικής ανάγνωσης; Αυτή που μας απορροφούσε ολοκληρωτικά, έτσι που να ξεχνούμε τον χρόνο, τη νύστα, τους θορύβους και να κοιτάζουμε με απόγνωση τις σελίδες που ολοένα λιγόστευαν; Γιατί η ανάγνωση που κάποτε ήταν μια διαδεδομένη διασκέδαση, δεν συγκινεί τόσο, όσο παλαιότερα;

Απ’ όλες τις σωστές απαντήσεις - όπως ο ανταγωνισμός της τηλεόρασης, οι περισπασμοί των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης κ.ά. – διαλέγω μια, που μου φαίνεται ότι τις συνοψίζει όλες. Οι μεγαλύτεροι, έχουμε χάσει την υπομονή να αφηνόμαστε στη μαγεία του κειμένου και να περιμένουμε να μας ανταμείψει για την προσήλωση που του αφιερώσαμε. Και οι νεότεροι μπορεί, απλώς να μην έχουν αντιληφθεί ακόμη, πόσο πιο απολαυστικές, από τα εντυπωσιακά χρώματα, τη γρήγορη εναλλαγή των σκηνών, και τους ρηχούς – ενίοτε - διαλόγους των οπτικοακουστικών μέσων, είναι οι εικόνες και οι σκέψεις που γεννά το μυαλό τους, όταν διαβάζουν ένα καλογραμμένο βιβλίο. 

Θα μπορούσε άραγε κάποιος - ελλείψει του κατάλληλου οικογενειακού περιβάλλοντος, ή μιας εγγενούς έφεσης προς το διάβασμα - να ωθήσει τους νέους να καταλάβουν πόσο συναρπαστικό είναι το να βουτάς στις σελίδες ενός βιβλίου, όχι για να το εξεταστείς, αλλά απλώς για να το απολαύσεις; 

Μου φαίνεται λοιπόν ότι η προφανής λύση, πως είναι το σχολείο που θα καλλιεργήσει στους μαθητές του τη συνήθεια να διαβάζουν, μπορεί να αυτοϋπονομευθεί αν οι δάσκαλοι επιχειρήσουν να διδάξουν τη διανοητική απόλαυση στους μαθητές τους. Αν δηλαδή, αποδυθούν σε μια προσπάθεια να τους πείσουν – με παραινέσεις, παραπομπές και κριτικά σημειώματα – ότι είναι, υποχρεωμένοι, τάχα, να συγκινηθούν από το τάδε ή το δείνα βιβλίο.

Έτσι λοιπόν η θετικότατη πρόταση του κ. Πιερρακάκη, μπορεί να επιτύχει υπό έναν όρο. Ότι θα λύσει τον γόρδιο δεσμό του να επιχειρείς να καλλιεργήσεις τη διανοητική απόλαυση, εντός ενός εκπαιδευτικού συστήματος, που με ποικίλους τρόπους – χρησιμοθηρία, παπαγαλία κ.ά. – συστηματικά τη σκοτώνει. 

Και κάτι τελευταίο, αλλά όχι έσχατο. Ένας λοιπόν φίλος από την παρέα για την οποία σας μίλησα, βρήκε πως προτιμότερο θα ήταν το σχολείο να παρέχει γνώσεις, αντί να φορτώνει τα μυαλά των μαθητών με τις ονειροφαντασίες των λογοτεχνών. Την απάντηση του την έδωσε ένας άλλος φίλος που του θύμισε, ότι σε μια επιστολή του ο Ένγκελς, προς κάποια συγγραφέα έγραφε: Έχω διδαχθεί από τον Μπαλζάκ, για τη γαλλική κοινωνία, περισσότερα απ’ όσα μου έμαθαν όλοι μαζί οι φημισμένοι οικονομολόγοι, ιστορικοί και στατιστικολόγοι της εποχής.