Το τυρί του Thomas Jefferson
Σήμερα λέω να πάμε δυο αιώνες πίσω. Όχι όμως για να μείνουμε εκεί, αλλά για να ξαναγυρίσουμε στο παρόν, υπό το φως ενός ιστορικού περιστατικού. Την Πρωτοχρονιά, λοιπόν, του 1802, ο Τόμας Τζέφερσον είχε στηθεί στην είσοδο του Λευκού Οίκου, για να παραλάβει ένα από τα πιο ασυνήθιστα δώρα, που έχει δεχτεί ποτέ Αμερικανός πρόεδρος. Ένα γιγαντιαίο τυρί, βάρους 560 κιλών, με το οποίο μέλη μιας κοινότητας βαπτιστών, ήθελαν να τον ευχαριστήσουν για τη σύνταξη του νόμου περί θρησκευτικής ελευθερίας.
Όταν το κάρο με τα έξι άλογα που μετέφερε το τυρί, έφτασε στον Λευκό Οίκο, ο Τζέφερσον έσπευσε να προϋπαντήσει την αντιπροσωπεία τους. Πριν, όμως, το τυρί ξεφορτωθεί, άρχισε να τους βομβαρδίζει με επίμονες ερωτήσεις: Πόσες αγελάδες είχαν χρησιμοποιήσει, ποια μέθοδο ζύμωσης και ποια διαδικασία ωρίμανσης είχαν προτιμήσει. Και όταν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις, τότε μόνον διέταξε να μεταφερθεί το τυρί στο Ανατολικό Δωμάτιο του Λευκού Οίκου. Εκεί παρέμεινε για δυο χρόνια, καθώς λόγω μεγέθους, ήταν αδύνατον να καταναλωθεί συντομότερα.
Στο διάστημα αυτό ο Τζέφερσον, που ήταν λάτρης του καλού φαγητού – είχε διατελέσει επί μια πενταετία πρέσβης των ΗΠΑ στη Γαλλία – τίμησε δεόντως το τυρί. Παράλληλα όμως κατέγραφε, με επιστημονική ακρίβεια, πώς η υφή και η γεύση του, μεταβάλλονταν με την πάροδο του χρόνου.
Το γουστόζικο αυτό περιστατικό, είναι ένα από τα πολλά δείγματα της προσωπικότητας ενός ανήσυχου και φιλοπερίεργου ανθρώπου. Ενός ανθρώπου ο οποίος παρακολουθούσε μανιωδώς τις επιστημονικές εξελίξεις του καιρού του και στον ελεύθερο χρόνο του, τηρούσε με σχολαστικότητα μετεωρολογικά δελτία, δημοσίευε άρθρα παλαιοντολογίας και πειραματιζόταν με καινοτόμες μεθόδους καλλιέργειας. Και είναι γεγονός πως ο Τζέφερσον, ακόμη και με τα σύγχρονα κριτήρια, ήταν ένας ευρύτατα μορφωμένος άνθρωπος. Ήταν όμως και ένας διορατικός πολιτικός, που θεωρούσε ότι η επιστήμη, η τεχνολογία και η παιδεία είναι θεμέλια της προόδου του Αμερικανικού Έθνους. Αλλά και θεμέλια, της καλής διακυβέρνησης την οποία επεδίωκε να ασκεί.
Αν στραφούμε στο παρόν, ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου, μάλλον θα μας απογοητεύσει. Όταν δηλώνει ότι ο κορωνοϊός μπορεί να αντιμετωπιστεί με ενέσεις χλωρίνης, ότι η κλιματική αλλαγή είναι απάτη, κι ότι ήχος των «ανεμόμυλων» - όπως έλεγε τις ανεμογεννήτριες – προκαλούν καρκίνο, τότε αποκαλύπτει μια άγνοια και μια περιφρόνηση για την επιστήμη που, θα μπορούσε να ήταν διασκεδαστική, αν δεν ήταν δυσοίωνη.
Δυσοίωνη, διότι αποτελεί μέρος μιας πολιτισμικής ταυτότητας, που υιοθετεί τη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη, δηλαδή στον εγκυρότερο τρόπο γνώσης που διαθέτουμε. Μιας ταυτότητας, που επειδή προάγει τον ανορθολογισμό, ως ένα σύμβολο αντίστασης απέναντι στις ελίτ, επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις και αναδεικνύει ηγεσίες, όπως αυτή του Τραμπ. Δηλαδή ηγεσίες που υιοθετούν τον λαϊκισμό, και την προσφορά μαγικών λύσεων σε πολυσύνθετα προβλήματα.
Αν η Ελλάδα ήταν ένα απομονωμένο νησί, απρόσβλητο, από τη διεθνή οικονομική, περιβαλλοντική, υγειονομική κρίση, δεν θα είχαμε λόγους να ανησυχούμε. Όμως δεν είναι. Οπότε είναι απερισκεψία να αδιαφορούμε για νοοτροπίες και συμπεριφορές που διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και στην πολιτεία. Δηλαδή στους ασφαλείς θεσμούς που μπορούν να μας οδηγήσουν στο ξέφωτο.
Κι ύστερα, το τίμημα αυτών των νοοτροπιών, το πληρώσαμε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, και φοβάμαι ότι θα το πληρώσουμε και τώρα, αν στον διάλογο για το δυστύχημα των Τεμπών, κυριαρχήσει ο ανορθολογισμός, η συνωμοσιολογία, η εξίσωση των απόψεων με τα δεδομένα, και η καχυποψία απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Έχουμε όμως λόγους και να ανησυχούμε για την ολιγωρία στη χρηματοδότηση και στην οργάνωση της έρευνας στη χώρα μας, όπως και για την κατάσταση της παιδείας μας, επίσης.
Χωρίς επενδύσεις στην καινοτομία και στην έρευνα, είναι αδύνατον να προκύψει μια ανθεκτική και ανταγωνιστική οικονομία, που προάγει την ευημερία, εξασφαλίζει θέσεις εργασίας και μειώνει την εξάρτηση από άλλες χώρες.
Χωρίς ουσιαστική παιδεία, χωρίς δηλαδή καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και χωρίς τη γνώση των μεθόδων με τις οποίες δουλεύει η επιστήμη, τα νέα θα είναι κακά, τόσο για την κοινωνία, όσο και για τη λειτουργία της δημοκρατίας: Πολίτες ευάλωτοι στους δημαγωγούς, στις ψευδείς αφηγήσεις και στη συνωμοσιολογία.
