Ψηλαφώντας το πρόσωπο της πόλης
Χρόνια τώρα, καθώς είναι γενέθλια πόλη, προσπαθώ να καταλάβω, από τι συνίσταται η Αθήνα. Και μπερδεύομαι, μπερδεύομαι πολύ. Με μπερδεύει η σύγχρονη εικόνα της που συνήθως αποδίδεται μελαγχολικά. Είναι έτσι, ή μήπως όχι και την αδικούμε; Μήπως το απογοητευτικό της όλον, όταν το πλησιάζεις αποκαλύπτει λεπτομέρειές του που είναι όμορφες;
Όμως ζούμε στον ίδιο τόπο, στο ίδιο λεκανοπέδιο, με την ίδια εγγύτητα από τον ανοικτό ορίζοντα της θάλασσας, στην ίδια πάνω κάτω ατμόσφαιρα του αυχμηρού τοπίου, στο οποίο έζησαν οι περασμένοι συντοπίτες μας. Και δεν είναι ιδεολογία, παρά αιτιοκρατία του οικοσυστήματος και του περιβάλλοντος, ότι τότε και τώρα, δυο πράγματα πρέπει να έχουν μείνει αναλλοίωτα: Η λιτότητα των πόρων και η λιτότητα των γραμμών - των λόφων, των χαμηλών βουνών, των ακρογιαλιών - που το σκληρό φως αποκαλύπτει.
Γιατί όλα αυτά, τα εντελώς αυθαίρετα; Διότι μερικές φορές μού συμβαίνει να σκοντάψω σε μια στιγμή της γενεαλογίας της πόλης, που μου φαίνεται ότι αποτελεί την πλησιέστερη, την ικανότερη να βιωθεί, άκρη του μίτου της ιστορίας της. Αυτή δηλαδή που μπορούμε να την τραβήξουμε - όπως τη μνήμη ενός πεθαμένου συγγενούς μας που δεν γνωρίσαμε, παρά από τις διηγήσεις των δικών μας - για να λυθεί ο γρίφος της δικής μας υπόστασης.
Αυτό λοιπόν μου συνέβη χτες όταν επισκέφθηκα τη Μεγάλη Πέμπτη έναν ναό στο κέντρο της Αθήνας, στη συνοικία του Ψυρρή. Είναι ο ναός της Γεννήσεως του Χριστού, που οικοδομήθηκε επί των ερειπίων αρχαιοελληνικού και μεταβυζαντινού ναού, τον 19ο αιώνα. Περικαλλής ναός που αναμορφώθηκε από τον Χριστιανό Χάνσεν, προκειμένου να στεγάσει τον Άρειο Πάγο, στα εγκαίνια του οποίου παρέστη η Βασίλισσα Αμαλία. Ναός στον οποίο φυλάσσονται τα στέφανα της Αμαλίας και του Όθωνα, καθώς και μερικά άλλα κειμήλια δωρηθέντα από τη Βασίλισσα Όλγα, δηλαδή «βασιλικός» - αφού έτυχε της εύνοιας δυο βασιλισσών - όπως τον χαρακτήρισε ο ηλικιωμένος ενορίτης που βρισκόταν πίσω από το παγκάρι με τα κεριά.
Λέω και γράφω, κι εγώ, «βασιλικός» κι αισθάνομαι το οξύμωρο του σχήματος, για ένα ναΰδριο ουσιαστικά που περιβαλλόταν, στα χρόνια της αναμόρφωσής του, από τα ταπεινά σπιτάκια της εβραϊκής γειτονιάς του Ψυρρή. Μα και η πρωτεύουσα του νεοσύστατου κρατιδίου, δεν ήταν κι αυτή, ένα καθημαγμένο χωριό στην πιο φτωχή γωνιά μιας αυτοκρατορίας που είχε αρχίσει να ψυχορραγεί;
Είπαμε όμως. Ο τόπος επιβάλλει λιτότητα στο μέγεθος και στα μέσα, ακόμη κι όταν οι προθέσεις είναι μεγαλειώδεις.
Κι οι αντιθέσεις, όχι μόνον δεν σταμάτησαν εδώ, αλλά κορυφώθηκαν σαν μπήκα στο εσωτερικό του.
Εύκολα, μπορεί να φανταστεί ο επισκέπτης, πόσο σκιερό και δροσερό θα είναι τις ώρες που η πόλη ανακρίνεται από το ανελέητό της φως. Αλλά τώρα, καθώς το φως του δειλινού όλο και λιγόστευε, ένα μισοσκόταδο απλωνόταν, που μόλις που σου επέτρεπε, να μαντεύεις τους ασαφείς όγκους των μελών του εκκλησιάσματος και του ιερέα. Ξέρω τη φωτοχυσία, που η Ορθοδοξία την προορίζει για την πιο Λαμπρή της ώρα, την τσιγκουνεύεται σε όλες τις άλλες. Ας μην τα χαλάσουμε όμως εδώ. Ίσως να υπάρχει μια μεσόφαση, ανάμεσα στη γνώση που προσεγγίζεται στο σκληρό φως, κι ανάμεσα στη γνώση που αποκαλύπτει το γλυκύ ημίφως.
Κι ύστερα, ήταν κι αυτός ο μικρός στην κοίτη, αλλά αστείρευτης πηγής, Ηριδανός που κύλησε ανάμεσα στο εκκλησίασμα, όταν η νεαρή ψάλτρια - μια Φαϊρούζ του Ψυρρή - άρχισε να ψέλνει το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου».
Ασήμαντες μάλλον, σκέψεις ενός, που προσπαθεί να ψηλαφίσει, από έναν δρόμο, από ένα κτίριο, από μια στιγμή, το πρόσωπο της πόλης στην οποία γεννήθηκε και ζει.