Η κουζίνα των καφενειών

    

    Μπορεί απλώς να υποπίπτουν τώρα στην αντίληψή μου, ενώ στην πραγματικότητα να υπήρχαν από παλιά. Διαπιστώνω λοιπόν ότι η πόλη, που κυριαρχείται από τις αλυσίδες τυποποιημένου φαγητού, τις ταβέρνες και τα σύγχρονα μοδάτα εστιατόρια, κάνει όλο και περισσότερο χώρο, σε μικρά καφενεία που προσφέρουν μικρά γεύματα. 

    Δεν είναι ουζερί - αυτό το είδος, με τα μικρά και ποικίλα πιάτα θαλασσινών που μου φαίνεται ότι έχει εκλείψει. Δεν είναι όμως και εστιατόρια, καθώς το «μενού» τους είναι πιο περιορισμένο, κι έχει ένα χαρακτηριστικό στο οποίο, μάλλον οφείλουν την όποια δημοφιλία τους. 

    Προσφέρουν λοιπόν, ένα - δυο πιάτα με τα οποία καλλιεργούν ζωντανή την παράδοση μιας κουζίνας, που είναι προσιτή, επικεντρωμένη στην απλή επεξεργασία της πρώτης ύλης της και απαλλαγμένη από οποιαδήποτε πρόθεση να χαρακτηριστεί ψαγμένη, τάχα αυθεντική ή ακόμη χειρότερα (τι βάρβαρη και ταυτόχρονα νερόβραστη έκφραση) «μαμαδίστικη».

    Τηγανητός γάβρος, μαρίδα, βραστά κολοκυθάκια, μαυρομάτικα, ή πιάζ και αν είσαι τυχερός, μπορεί και κολιός ή σουπιά μαγειρεμένη στο μελάνι της. 
Είναι η έλλειψη επιτήδευσης και η λιτότητα, ασφαλές κριτήριο της ποιότητας της μαγειρικής, των υλικών και της καθαριότητας; Φυσικά και όχι. Υποθέτω όμως ότι οι συστηματικοί θαμώνες τους, τα έχουν ερευνήσει αυτά και ότι συνεχίζουν να επισκέπτονται καφενεδάκια της αρεσκείας τους, διότι καλύπτουν και τις πλευρές αυτές.

    Νομίζω ότι το πράγμα - αν η παρατήρησή μου είναι σωστή - έχει τη σημασία του. Ίσως αν το ψάξει κάποιος ειδικός (κοινωνιολόγος; γευσιγνώστης; αθηναιογράφος;) να μπορέσει να βρει τους ακριβείς λόγους - οικονομικοί; νοσταλγικοί, μιας οικιακής μαγειρικής που βαθμιαία εξαφανίζεται - για τους οποίους αυτοί οι ταπεινοί βιότοποι της αθηναϊκής εστίασης, κερδίζουν χώρο στα αχανές οικοσύστημα των πιτσεριών, των χαμπουργκεράδικων και των σουβλατζίδικων.