Ο «κοντός», ο «ψηλός» κι ο «κούνελος»
(Μαρτυρία που δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα «Ο στρατηγός κι ο κανονιέρης», Εκδόσεις «Μίλητος»)
Πρέπει να ήταν το 1964, όταν ο Παναθηναϊκός διέγραφε την εκπληκτική πορεία που τον οδήγησε στην κατάκτηση του πρώτου αήττητου πρωταθλήματος στην Α΄ Εθνική. Βρισκόμουν μαζί με τον πατέρα μου στην αντιπροσωπεία της Πεζώ, που τότε στεγαζόταν επί της Λεωφόρου Συγγρού, όταν μια γνωστή μου φιγούρα βγήκε από το αυτοκίνητό της για να το παραδώσει για σέρβις στους τεχνικούς της εταιρείας.
Καθώς πλησίαζε προς το γκισέ, στο οποίο περιμέναμε κι εμείς, δεν υπήρχε αμφιβολία: Ο οδηγός ήταν ο Ανδρέας Παπαεμμανουήλ, γνωστός στους φιλάθλους του Παναθηναϊκού, απλά ως Παπαμανώλης, κι αργότερα, ως «κούνελος». Αυτός λοιπόν ήταν ο θρυλικός κανονιέρης της αγαπημένης μου ομάδας; Με είχε καταλάβει κάποια απογοήτευση, καθώς το ίνδαλμα, έξω από το γήπεδο – τον φυσικό χώρο δηλαδή, στον οποίο θριάμβευε – έπαιρνε στα μάτια του οκτάχρονου που ήμουν τότε, τις διαστάσεις ενός συνηθισμένου Έλληνα της εποχής που – λίγα χρόνια μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο - δεν ήταν δα και ιδιαίτερα ψηλός.
![]() |
| Ο συντάκτης στην ηλικία της κατάκτησης του αήττητου πρωταθλήματος της ομάδας του. |
Στη συνέχεια όμως η απομάγευση του ειδώλου μου αποδείχτηκε πρόσκαιρη. Τους «πόντους» που έχασε ο μακαρίτης Ανδρέας Παπαεμμανουήλ, στο κριτήριο του ύψους, τούς κέρδισε με το παραπάνω, στο κριτήριο του χαρακτήρα: Ήταν πρόσχαρος, προσηνής, και εύγλωττος στην περιγραφή των φάουλ που είχε υποστεί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αγώνα – καθώς όλες οι ομάδες έπαιζαν σκληρά τον Παναθηναϊκό, ώστε να πιστωθούν το σπάσιμο του αήττητού του. Επίσης ήταν μετριοπαθής, δεν κομπορρημονούσε για τις νίκες της ομάδας και τα γκολ που είχε πετύχει και δεν θριαμβολογούσε, για την προδιαγραφόμενη – αλλά ακόμη αβέβαιη – κατάκτηση του πρωταθλήματος.
Δηλαδή, επιτρέψτε μου να πω, ότι αντιπροσώπευε στα μάτια του νεαρού θαυμαστή του, το αίσθημα της … παναθηναϊκοφροσύνης των δεκαετίων του 60 και του 70, η οποία σε έκανε να διακρίνεις δια μιας, από τη μετριοπάθεια και την ηπιότητα - στην κοινή κερκίδα της εποχής - τον μετέπειτα επονομαζόμενο «βάζελο» από τον οπαδό του αιώνιου αντιπάλου του τριφυλλιού.
Φυσικά το αίσθημα αυτό είχε εμφυτευτεί, από νωρίς, ως οικογενειακή παράδοση, στην παιδική μου συνείδηση. Είχε όμως καλλιεργηθεί και ακμάσει με ποικίλους άλλους τρόπους. Στα κουρεία – αυτά τα ανύμνητα ιερά που προετοίμαζαν με τις ποδοσφαιρικές και πολιτικές συζητήσεις τους, την είσοδο των αγοριών στον κόσμο των ανδρών. Στα πεζούλια, έξω από τις ΕΒΓΕΣ, με μια πορτοκαλάδα στο χέρι και γύρω από ένα τρανζιστοράκι. Κι όλα αυτά σε μια πόλη στην οποία το «ποδοσφαιρικό συνανήκειν» ήταν καταπράσινο και απλωνόταν με ομόκεντρους κύκλους από την αγαπημένη μας «Λεωφόρο» στις συνοικίες του Γκύζη, του Ζωγράφου, του Βύρωνα, της Γούβας και της Καισαριανής.
Μερικά χρόνια αργότερα φυσικά, ήρθε και το γήπεδο, μαζί με τη μεγαλειώδη πορεία του Παναθηναϊκού στην Ευρώπη, η οποία έδωσε χρώμα – πράσινο χρώμα – στη γκρίζα ζωή των εφήβων, εν μέσω δικτατορίας. Κι όταν λέω γήπεδο, δεν αναφέρομαι μόνο στο γήπεδο των αγώνων, επισήμων ή φιλικών. Αναφέρομαι και στο γήπεδο των προπονήσεων της Τετάρτης και ειδικά του «οικογενειακού διπλού» που όλοι περιμέναμε με αγωνία.
Σε μια τέτοια προπόνηση, στην οποία ένας συμμαθητής μου κι εγώ, είχαμε κάνει σκασιαρχείο ο «ψηλός» και ο «κοντός», είχαν αρχίσει από το πρώτο δεκάλεπτο του οικογενειακού διπλού να επιδαψιλεύουν με τα προϊόντα της συνεργασίας του, την «αντίπαλη» ομάδα. Ο ενθουσιώδης, λοιπόν φίλος μου δεν έπαψε στιγμή να επευφημεί τον Δομάζο με επιφωνήματα που τον παρότρυναν να κάνει ακόμη μια τρίπλα στον Αθανασόπουλο ή να βγάλει, με μια ακόμη πάσα, μόνο του τον Αντωνιάδη, απέναντι στον Οικονομόπουλο.
Όμως στο σχετικά άδειο γήπεδο, στο οποίο μαζί με τα πειράγματα του Φυλακούρη ακούγονταν και τα επιφωνήματα των θεατών, κάποια στιγμή το πράγμα «στράβωσε»: Ίσως λόγω της κόπωσης, ή λόγω της ζέστης που επικρατούσε στη μεσημεριανή προπόνηση, μερικές από τις επινοήσεις του «Στρατηγού» δεν έπιαναν. Όμως ο φίλος μου, εκεί να τον επευφημεί και να τον παροτρύνει για περισσότερα γκολ. Τότε, εντελώς ξαφνικά, ο Δομάζος, σταμάτησε το παιχνίδι και κατευθύνθηκε προς το μέρος της κερκίδας στο οποίο καθόμαστε. Το ύφος του μαρτυρούσε ότι η πιεστικότητα του συμμαθητή μου - σε συνδυασμό με τη δική του δυστοκία, τον είχαν ενοχλήσει. Φτάνοντας όμως κοντά στα κάγκελα που χώριζαν τον αγωνιστικό χώρο από την κερκίδα, ένα χέρι τον ηρέμησε. Ήταν το χέρι του αγαθού γίγαντα Αντωνιάδη, ο οποίος φρόντισε με τις αμοιβαίες εξηγήσεις που δόθηκαν, το επεισόδιο να μην εξελιχθεί καν, και το οικογενειακό διπλό να συνεχιστεί.
Έτσι μου αποκαλύφθηκε μια άλλη πτυχή της παναθηναϊκοφροσύνης για την οποία σας μίλησα. Ως άλλη Παλλάδα παρέμενε μετριοπαθής και γαλήνια, όπως ο «ψηλός». Μπορούσε όμως να γίνει πεισματάρα και πρόμαχος, όπως ο «στρατηγός» της ομάδας της πόλης της.

