Όλυμπος Νάουσσα


    
    Μέσα της δεκαετίας του 70 και στις αρχές κάθε μήνα, όταν το φοιτητικό μηνιάτικο ήταν ακόμη ακέραιο, επιτρέπαμε στους εαυτούς μας μια πολυτέλεια. Μια «τρόπος του λέγειν» πολυτέλεια, αφού το γεύμα στο Όλυμπος- Νάουσα, ζήτημα ήταν αν ξεπερνούσε τις 3, 4 δρχ από τις 16 δρχ, που στοίχιζε το γεύμα στα φοιτητικά εστιατόρια του κέντρου ή των συνοικιών.

    Απολαμβάναμε τα όμορφα φαγητά της ευρωπαϊκής και ελληνικής κουζίνας, που έφερναν στο τραπέζι μας, οι σεβάσμιοι, κατά την ηλικία, αλλά και τους τρόπους, σερβιτόροι. Δεν ήταν «φιλικοί» προς τους νεαρούς θορυβώδεις πελάτες. Ήταν όμως ευγενείς, και με μια σοβαρότητα που μας υπενθύμιζε το κύρος της ιδιότητάς τους, ως υπαλλήλων ενός φημισμένου εστιατορίου.
Βεβαίως, τα τραπεζομάντηλα παρέμεναν λινά, τα ποτήρια κολωνάτα, και οι κουρτίνες βαριές, αλλά ένας αέρας εγκατάλειψης και φθοράς υπήρχε στο εστιατόριο, καθώς είχε μπει στην τελευταία φάση της λαμπρής ιστορίας του.

    Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, ως κάτοικος της γενέτειράς μου, έμαθα ότι το εστιατόριο έκλεισε. Ίσως να ευθυνόταν η αλλαγή των γαστρονομικών γούστων, η εμφάνιση νέων εστιατορίων που ήταν πιο μοντέρνα, ώστε να ικανοποιούν το νεανικό κοινό της μεγάλης φοιτητούπολης. Άλλωστε κι εμείς, λίγες φορές είχαμε προτιμήσει το «Wolves» - αλήθεια, υπάρχει ακόμη; - από το Όλυμπος- Νάουσα; Ίσως απλώς, η νέα εποχή - πιο ετοιματζήδικη, λιγότερο διεξοδική - να μη το συμπεριελάμβανε, ώστε να μπορεί να διατηρεί, με μια πελατεία που όλο λιγόστευε, το υψηλό επίπεδο των υπηρεσιών του. Και πριν από μερικά χρόνια πληροφορήθηκα ότι ξανάνοιξε, αυτή τη φορά ως εστιατόριο «fine dining» - σωστά το λέω;- με απλησίαστες, υποθέτω τιμές, για ένα μέσο βαλάντιο.

    Τι καλά που θα ήταν να μπορούσε κάποιος ακτιβισμός να εμποδίσει το κλείσιμο του εστιατορίου τη δεκαετία του 90 και τη διατήρηση της παράδοσης της λιτής, και προσιτής αρχοντιάς του; Όμως για τις αλλαγές που γίνονται στις πόλεις συνεργούν τόσο πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες (οικονομικοί, εμπορικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί, ακόμη και πνευματικοί και αισθητικοί) ώστε κανένας ακτιβισμός - ακόμη και ειλικρινής και μη αυτοϊκανοποιούμενος - να μη μπορεί να αποτρέψει την επίδρασή τους.

    Πολλές φορές τη λύση τη δίνει η μικρή και η μεγάλη επιχειρηματικότητα, χάρη στις οποίες έχουν αναζωογονηθεί συνοικίες - με τα μοδάτα καφέ, τα μπαρ και τους χώρους πολιτισμού, που έχουν δημιουργηθεί, εκεί που είχε απαξιωθεί μια προηγούμενη χρήση. Όμως για την ταυτότητα και το πρόσωπο των πόλεων - που μέρος τους αποτελεί το «Ολύμπιον», πρόσφατα και το Όλυμπος - Νάουσα, παλαιότερα - δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά υπεύθυνη η «φυσική επιλογή» στην οποία οδηγεί η ζωογόνα, κινητήρια δύναμη της αγοράς. Χρειάζονται και πολιτικές και παρεμβάσεις που γνωρίζουν και στοχάζονται το παρελθόν των πόλεων, ώστε να διαμορφώνουν και να κατευθύνουν το παρόν και το μέλλον τους.