Η άγνωστη Αθήνα
Αγαπώ πολύ την Αθήνα. Με τον προκατειλημμένο όμως τρόπο του τέκνου της και κατοίκου της που απογοητευμένος από την εγκατάλειψη και την ασχήμια της, εννοεί να πιστεύει ότι υπάρχει, και να αναζητεί, μια ενδιαφέρουσα και ίσως αξιαγάπητη αύρα της.
Όμως να διευκρινίσω, πως δεν αναζητώ την αύρα της Αθήνας, αποκλειστικά στην ιστορική της κληρονομιά, στις γωνιές της που εξωραΐζει η νύχτα, και η ευπώλητη τουριστική εικόνα της.
Την αναζητώ κυρίως στην αόρατη ενέργεια που αναδύεται από τον συνδυασμό των μερών του αστικού οικοσυστήματος της Αθήνας - δρόμοι, σπίτια, ιστορικά κτίσματα, στοές κ.ά - και αποτυπώνεται στο φιλμ της συνείδησης ως ένα βίωμα υπαρκτό μεν, αλλά δύσκολα οριζόμενο.
Για να προσλάβει όμως κανείς αυτό το βίωμα και να ξεψαχνίσει τα χαρακτηριστικά του - ώστε να καταλάβει γιατί το ενστερνίστηκε - δεν φτάνει να βαδίζει στους δρόμους της Αθήνας και να βλέπει τα κτίριά της. Πρέπει από διαβάτης να γίνει περιπατητής και από θεατής παρατηρητής.
Δύσκολος συνδυασμός, καθώς οι δυο ιδιότητες: ο περιπατητής και ο παρατηρητής απαιτούν ταυτοχρόνως την ανυπαρξία και την ύπαρξη ενός σκοπού: Ο περιπατητής - εν αντιθέσει με τον διαβάτη - δεν έχει σκοπό και ο παρατηρητής - εν αντιθέσει με τον θεατή - είναι ανίκανος να παρατηρήσει - δηλαδή να καταγράψει, να συγκρίνει και να ταξινομήσει - ελλείψει σκοπού και του περιγράμματος μιας ιδέας που τον ωθεί, μέσα από τον κατακλυσμό των οπτικών ειδώλων, να ξεχωρίσει εκείνα που έχουν νόημα.
Αυτές τις δυο αντιθετικές ιδιότητες τις βελτιώνει η εξάσκηση και βεβαίως η παιδεία. Η παιδεία με την έννοια των κειμένων που διαβάζεις ή ακούς τα οποία - όταν βρεθείς στο πεδίο - σε κάνουν να βλέπεις με μια καινούργια ματιά τον ίδιο δρόμο στον οποίο τόσες φορές διάβηκες, το ίδιο κτίριο στο οποίο, τόσες φορές, κοντοστάθηκες.
Αυτή λοιπόν την παιδεία μού την έχουν προσφέρει πλουσιοπάροχα τα κείμενα του σύγχρονου Αθηναιογράφου, Νίκου Βατόπουλου, και αφορμή να αναφερθώ σε αυτήν ήταν μια πρόταση ενός από τα άρθρα που δημοσίευσε η Καθημερινή στο τεύχος υπό τον τίτλο: Η Άγνωστη Αθήνα.
Στο άρθρο αυτό που αναφέρεται στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου ο κ. Βατόπουλος γράφει: «Γνωρίζω πως σε κάθε βήμα και σε κάθε γάντζωμα του βλέμματος σε προσόψεις, μπαλκόνια και εισόδους θα συναντούσα εκείνα που θα με προσκαλούσαν στις κοιλότητες της μνήμης, στους αύλακες μιας αδιόρατης και διάχυτης σαν κορδέλες ατμού εσωτερικής πατρίδας. Αυτή η πατρίδα ήταν ταυτόσημη μιας ενηλικίωσης, προσωπικής και συλλογικής».
Βλέπετε - και όσοι διαβάζετε τα άρθρα του κ. Βατόπουλου, ήδη το γνωρίζετε - πως ο συγγραφέας δεν αμελεί να αναφερθεί στις προσόψεις, στις εισόδους και ακόμη στους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς - στα υλικά δηλαδή στοιχεία που τροφοδοτούν το αστικό βίωμα. Προσθέτει όμως σε αυτά και μια διάσταση ποιητική. Μια διάσταση που με κάνει να αντιλαμβάνομαι και να παρομοιάζω τα γραπτά του, με τα αλλεπάλληλα κύματα της θάλασσας. Αυτά που φθάνουν στην ακτή για να καταλάβουν, κάθε φορά, λίγο περισσότερο έδαφος στην κατανόηση του «ατμού της εσωτερικής πατρίδας», ή όπως εγώ λέω της αύρας της Αθήνας.
