Καλό κατευόδιο Διονύση


Νομίζω ότι για ένα μέρος της δικιάς μου γενιάς, τρεις ήταν οι κύριες επιρροές που διαμόρφωσαν τις αντιλήψεις μας, το γούστο μας και τη συμπεριφορά μας. Κι αφού αυτές οι τρεις μαζί συνήργησαν σε τόσο σπουδαία πράγματα, δεν θα μπορούσαν, παρά με κάποιον τρόπο να σχετίζονται και να ταιριάζουν μεταξύ τους. 
Απαριθμώ λοιπόν: Ο Χατζιδάκις και το Τρίτο Πρόγραμμα, ο Διονύσης Σαββόπουλος, και τέλος ο «Ρήγας», το σχολείο στο οποίο φοιτήσαμε.

    Μην παρεξηγηθώ. Δεν επιθυμώ να κομπορρημονήσω για το μουσικό γούστο των Ρηγάδων, την εποχή που το πολιτικό τραγούδι είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε μια ακμάζουσα βιοτεχνία παραγωγής πρόχειρων μουσικών και στιχουργικών προϊόντων.
Επίσης, δεν επιδιώκω να οικειοποιηθώ για λογαριασμό των Ρηγάδων τον Χατζιδάκι και τον Σαββόπουλο. Ίσως τους άκουγαν και Κνίτες και Πασπίτες και Οννεδίτες, στην όποια ευρυχωρία τούς παρείχε και τους παρακινούσε ο ορίζοντας των πολιτικών τους χώρων. Ακόμη όμως κι αν ήταν λίγοι, στο πέρασμα του χρόνου έγιναν περισσότεροι, ώστε να είναι ανόητο και άδικο (για τους μουσικούς ιδίως) να πιστώνουμε τον Σαββόπουλο και τον Χατζιδάκι σε ένα μόνο μέρος της νεολαίας της μεταπολίτευσης.

    Όμως η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Κι η αλήθεια είναι ότι για τους Ρηγάδες, ο Μάνος και ο Διονύσης αποτελούσαν μέρος της ταυτότητάς τους, παρόλο που ήταν ανοικτοί και σε άλλα ακούσματα, όπως η ροκ, η τζαζ μουσική και τα μπλουζ. Το μαρτυρούσε η συχνή επίκληση των στίχων του Σαββόπουλου (από τους Αχαρνής, ιδιαιτέρως) που έκαναν για να εξηγήσουν την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα και επίσης του παραδείγματος του έργου του Χατζιδάκι, για να δείξουν ότι η πολιτική και ερωτική πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας - ως πράξεις ελευθερίας και ευθύνης, δεν μπορεί παρά να είναι αναπόσπαστες.

    Τι ήταν αυτό άραγε που έκανε τον Χατζιδάκι και τον Σαββόπουλο, δημοφιλείς στους Ρηγάδες, αλλά και τον Ρήγα συμπαθή στους δυο καλλιτέχνες - όπως είχε διαφανεί από τις δηλώσεις τους και τις συμμετοχές τους στο φεστιβάλ της νεολαίας του ΚΚΕ εσ.;
Πιστεύω λοιπόν ότι υπήρχε μια συγγένεια ανάμεσα στο ήθος - με το περιεχόμενο που έδινε στη λέξη ο Χατζιδάκις - των δυο καλλιτεχνών και στο ήθος που προσπαθούσε να καλλιεργήσει - υπό το βάρος της κληρονομιάς και των ιδεολογικών έξεων της κομμουνιστικής αριστεράς - στα μέλη του ο Ρήγας.

    Ήταν ομού, αντιδογματικό, και εν πολλοίς αντισυμβατικό. Απεχθανόταν τον λαϊκισμό, και την ευτέλεια και αντιλαμβανόταν την αισθητική - ως συστατικό της πολιτικής πράξης. Το χαρακτήριζε μετριοπάθεια και ασπαζόταν την ευγένεια, ως τον χώρο που παρείχες γενναιόδωρα στον συνομιλητή σου, για να υπάρξει και να εκφραστεί. Καλλιεργούσε την ευαισθησία, όχι αισθηματολογικά, αλλά ως ικανότητα διάκρισης αποχρώσεων και λεπτομερειών - και αν και υπήρξε αναφαίρετα «Ελληνικό», ήταν ταυτόχρονα κοσμοπολίτικο. Πρέσβευε στην παράδοση, αλλά την αψηφούσε, εκεί που υποπτευόταν ότι ήταν άγονη και καταδίκαζε στη στασιμότητα. 

    Χαρακτηριστικά, εν ολίγοις, που δύσκολα θα μπορούσε επιτρέψει η μονολιθικότητα, η τραχύτητα και - είναι αλήθεια - ο πρωτογονισμός των εκφράσεων, σε όμορους πολιτικούς χώρους που αντιμετώπιζαν τους δυο καλλιτέχνες με καχυποψία.
Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ρήγας, υπήρξε νεολαία ενός κομμουνιστικού κόμματος. Συνεπώς δέσμιος των περιορισμών και μιας βαριάς ιστορίας την οποία το μητρικό κόμμα, δεν μπόρεσε να υπερβεί. Ακόμη κι έτσι όμως, καλά τα κατάφερε. 
Μπορεί να «μεταμελούμαστε» για πολλά. 
Όμως, ότι επικοινωνήσαμε με το έργο των δυο μεγάλων καλλιτεχνών, και τους υπερασπιστήκαμε όταν έγιναν στόχος χυδαίων επιθέσεων, ήταν κάτι που οφειλόταν στο σχολείο που μας έμαθε τα πρώτα πολιτικά γράμματα. Και του το αναγνωρίζουμε.